Έκκληση των Τούρκων της Δυτικής Θράκης προς την Αθήνα: «Τα προβλήματά μας να λυθούν στο τραπέζι του διαλόγου»
Οι εκπρόσωποι της Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης ζήτησαν από το ελληνικό κράτος τη δημιουργία άμεσου μηχανισμού διαβούλευσης.
Επιφανείς εκπρόσωποι της Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης ζήτησαν από το ελληνικό κράτος τη δημιουργία άμεσου μηχανισμού διαβούλευσης, με στόχο την επίλυση των χρόνιων προβλημάτων της μειονότητας.
Σε δηλώσεις τους στο πρακτορείο ΑΑ, με αφορμή την 29η Ιανουαρίου – Ημέρα Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εθνικής Αντίστασης, ο Μουφτής Ξάνθης Μουσταφά Τράμπα και ο πρόεδρος της Σχολικής Εφορείας του Μειονοτικού Γυμνασίου–Λυκείου Ξάνθης και δημοσιογράφος Οζάν Αχμέτογλου τόνισαν ότι ο αγώνας που ξεκίνησε το 1988 παραμένει επίκαιρος μέχρι σήμερα.
Ο Μουσταφά Τράμπα υπογράμμισε ότι η 29η Ιανουαρίου 1988 αποτελεί συμβολική ημέρα για τον αγώνα της Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης υπέρ των ελευθεριών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, υπενθυμίζοντας πως τη δεκαετία του 1980 η μειονότητα βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές πιέσεις σε πολλούς τομείς, πρωτίστως σε ό,τι αφορά την εθνική της ταυτότητα.
Ο ίδιος ανέφερε ότι εκείνη την περίοδο έκλεισαν σύλλογοι που έφεραν τον όρο «τουρκικός», απαλλοτριώθηκαν εκτάσεις που ανήκαν σε Τούρκους, αφαιρέθηκε η ιθαγένεια από πολίτες που μετέβησαν στο εξωτερικό και επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης σε Τούρκους πολιτικούς. Πρόσθεσε ακόμη ότι στις 29 Ιανουαρίου 1990 σημειώθηκαν βανδαλισμοί με στόχο καταστήματα Τούρκων επαγγελματιών.
«Η βούληση των Τούρκων της Δυτικής Θράκης αγνοείται»
Ο Τράμπα επισήμανε ότι βασικά ζητήματα, όπως τα βακούφια, η εκπαίδευση και το θέμα μουφτείας, παραμένουν άλυτα παρά το πέρασμα των χρόνων, σημειώνοντας πως στο σημερινό σημείο ακόμη και η χρήση της έκφρασης «Δυτική Θράκη» στις επωνυμίες συλλόγων θεωρείται πρόβλημα.
Τόνισε ότι η μειονότητα διαθέτει δικαιώματα κατοχυρωμένα από διεθνείς συμφωνίες, όμως οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν αντικατοπτρίζουν τη βούληση των Τούρκων της Δυτικής Θράκης. «Γίνονται βήματα χωρίς διάλογο με τη μειονότητα. Δεν ρωτούν τι θέλει η κοινωνία, ποιες είναι οι αξίες της. Εμείς είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε, όμως λόγω προκαταλήψεων αυτή η πόρτα δεν ανοίγει», δήλωσε.
Ο Μουσταφά Τράμπα υπογράμμισε επίσης ότι δεν αποδέχονται τον διορισμό των μουφτήδων από το κράτος, σημειώνοντας πως ο βασικός λόγος είναι η απουσία διαβούλευσης με τη μειονότητα.
«Είμαστε άνθρωποι αυτών των τόπων»
Από την πλευρά του, ο Οζάν Αχμέτογλου ανέφερε ότι η διαδικασία που οδήγησε δεκάδες χιλιάδες Τούρκους της Δυτικής Θράκης στους δρόμους στις 29 Ιανουαρίου 1988 ήταν μια κοινωνική αντίδραση απέναντι στις αδικίες που συσσωρεύονταν επί χρόνια.
Υπενθύμισε ότι τη δεκαετία του 1980 αντιμετώπιζαν βαριά γραφειοκρατικά εμπόδια σε πολλούς τομείς, από την ανακαίνιση κατοικιών μέχρι την έκδοση άδειας για τρακτέρ, ενώ σημείωσε πως το κλείσιμο της Τουρκικής Ένωσης Νέων Κομοτηνής και της Ένωσης Τούρκων Δασκάλων Δυτικής Θράκης, λόγω της λέξης «τουρκικός», επιτάχυνε την πορεία προς τις διαμαρτυρίες.
«Διαμαρτυρηθήκαμε για την άρνηση της ταυτότητάς μας, αλλά ταυτόχρονα θελήσαμε να ζήσουμε σαν άνθρωποι. Δεν είμαστε ξένοι εδώ· είμαστε πολίτες, είμαστε άνθρωποι και ζούμε σε αυτά τα εδάφη εδώ και αιώνες», δήλωσε.
Ο Αχμέτογλου χαρακτήρισε την 29η Ιανουαρίου 1988 ως τη μεγαλύτερη κοινωνική αντίδραση των Τούρκων της Δυτικής Θράκης από τη Συνθήκη της Λωζάνης και σημείωσε ότι η πολιτική αποφασιστικότητα που εκφράστηκε στις εκλογές του 1989 και του 1990 επέφερε μερικές βελτιώσεις σε ορισμένους γραφειοκρατικούς τομείς, ωστόσο υπήρξε οπισθοδρόμηση στα συλλογικά δικαιώματα.
«Δεν είμαστε ζήτημα εθνικής ασφάλειας, είμαστε πλούτος»
Ο Αχμέτογλου απαρίθμησε τις προσδοκίες τους από την ελληνική κυβέρνηση ως εξής: η μειονοτική εκπαίδευση να αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα και όχι ως απειλή, να υπάρχει διαβούλευση με τη μειονότητα στο θέμα των μουφτειών, να υλοποιηθούν προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και να αναγνωριστεί η εθνική ταυτότητα.
Τονίζοντας ότι οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης δεν υπήρξαν ποτέ απειλή για την Ελλάδα, κατέληξε λέγοντας: «Δεν είμαστε πρόβλημα εθνικής ασφάλειας. Αντίθετα, αποτελούμε πλούτο και χρώμα για τη Δυτική Θράκη και την Ελλάδα. Θέλουμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς δικαίου.»